3.7 εκατομμύρια παιδιά πρόσφυγες δεν πηγαίνουν σχολείο, σύμφωνα με την…

3.7 εκατομμύρια παιδιά πρόσφυγες δεν πηγαίνουν σχολείο, σύμφωνα με την

Η Ύπατη Αρμοστεία του ΟΗΕ για τους Πρόσφυγες (UNHCR) δημοσίευσε σήμερα έκθεση η οποία καταδεικνύει ότι 3.7 εκατομμύρια παιδιά πρόσφυγες δεν πηγαίνουν σχολείο. Αυτός ο αριθμός αντιπροσωπεύει περισσότερο από το 50% των 6 εκατομμυρίων παιδιών κι εφήβων σχολικής ηλικίας που υπάγονται στους όρους εντολής του Οργανισμού.

Σύμφωνα με το σχετικό δελτίο Τύπου περίπου 1,75 εκατομμύρια παιδιά πρόσφυγες δεν έχουν πρόσβαση στη δημοτική εκπαίδευση και 1,95 εκατομμύρια έφηβοι πρόσφυγες δεν έχουν πρόσβαση στη δευτεροβάθμια. Σε σχέση με τον παγκόσμιο μέσο όρο, οι πρόσφυγες είναι πέντε φορές πιο πιθανό να παραμείνουν εκτός σχολείου.

«Αυτό αντιπροσωπεύει μια κρίση για εκατομμύρια παιδιά πρόσφυγες,» δήλωσε ο Filippo Grandi, Ύπατος Αρμοστής του ΟΗΕ για τους Πρόσφυγες. «Η εκπαίδευση των προσφύγων έχει παραμεληθεί με οδυνηρές συνέπειες, ενώ αποτελεί μία από τις λίγες ευκαιρίες που έχουμε προκειμένου να ενισχύσουμε την επόμενη γενιά ώστε να είναι σε θέση να αλλάξει τις τύχες των δεκάδων εκατομμυρίων βίαια εκτοπισμένων ανθρώπων παγκοσμίως» πρόσθεσε.

Η έκθεση συγκρίνει τα στοιχεία αναφορικά με την εκπαίδευση των προσφύγων που κατέχει η Ύπατη Αρμοστεία με τα στοιχεία της UNESCO σχετικά με την εγγραφή παιδιών σε σχολεία παγκοσμίως. Μόνο το 50 τοις εκατό των παιδιών προσφύγων έχουν πρόσβαση στην πρωτοβάθμια εκπαίδευση, σε σύγκριση με τον παγκόσμιο μέσο όρο που ξεπερνά το 90%. Και καθώς τα παιδιά μεγαλώνουν, το χάσμα μεγαλώνει: μόνο το 22% των εφήβων προσφύγων πηγαίνουν σε σχολεία δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης σε σύγκριση με τον παγκόσμιο μέσο όρο που βρίσκεται στο 84%. Σε επίπεδο τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, μόνο το 1% των προσφύγων παρακολουθεί μαθήματα σε πανεπιστήμια, σε σύγκριση με τον παγκόσμιο μέσο όρο του 34%.

Η έκθεση δημοσιεύεται πριν από την συνάντηση των ηγετών του κόσμου στις 19-20 Σεπτεμβρίου στη Σύνοδο της Γενικής Συνέλευσης του ΟΗΕ για τους Πρόσφυγες και Μετανάστες και τη Σύνοδο  των Ηγετών για την Παγκόσμια Προσφυγική Κρίση που θα φιλοξενήσει ο Πρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών Αμερικής.  Η Ύπατη Αρμοστεία καλεί – και στις δύο συνόδους –  τις κυβερνήσεις, τους δωρητές, ανθρωπιστικές οργανώσεις και εταίρους που ασχολούνται με αναπτυξιακά έργα καθώς και εταίρους του ιδιωτικού τομέα να ενισχύσουν τη δέσμευσή τους ώστε να διασφαλίσουν ότι κάθε παιδί λαμβάνει ποιοτική εκπαίδευση. Οι συζητήσεις θα εστιάσουν στο Στόχο 4 των Βιώσιμων Στόχων Ανάπτυξης –  «Διασφαλίζουμε την ελεύθερη, ισότιμη και ποιοτική εκπαίδευση προάγοντας τις ευκαιρίες για δια βίου μάθηση» -ο οποίος δεν θα υλοποιηθεί μέχρι το 2030 αν δεν αντιμετωπιστούν οι εκπαιδευτικές ανάγκες ευάλωτων πληθυσμιακών ομάδων, περιλαμβανομένων των προσφύγων και άλλων βίαια εκτοπισμένων ανθρώπων.

«Καθώς η διεθνής κοινότητα εξετάζει πώς θ’ αντιμετωπιστεί αποτελεσματικά η προσφυγική κρίση, είναι απαραίτητο να σκεφτόμαστε πέρα από τη στοιχειώδη επιβίωση» δήλωσε ο Grandi και πρόσθεσε ότι «η εκπαίδευση δίνει τη δυνατότητα στους πρόσφυγες να διαμορφώσουν θετικά το μέλλον τόσο της χώρας ασύλου όσο και της χώρας καταγωγής τους όταν μπορέσουν να επιστρέψουν».

Παρά το γεγονός ότι σύμφωνα με την έκθεση υπάρχει πρόοδος στην εγγραφή περισσότερων προσφύγων σε σχολεία, ως αποτέλεσμα των προσπαθειών από πλευράς κυβερνήσεων, Ύπατης Αρμοστείας και συνεργατών, ο αγώνας αφορά τεράστιους αριθμούς. Ενώ ο παγκόσμιος πληθυσμός προσφύγων σχολικής ηλικίας ήταν σχετικά σταθερός στα 3,5 εκατομμύρια κατά την πρώτη δεκαετία του 21ου αιώνα, έχει αυξηθεί κατά μέσο όρο κατά 600.000 παιδιά και εφήβους κάθε χρόνο από το 2011. Μόνο το 2014, ο προσφυγικός πληθυσμός σχολικής ηλικίας αυξήθηκε κατά 30%.  Μ’ αυτό το ρυθμό ανάπτυξης, η Ύπατη Αρμοστεία εκτιμά ότι θα χρειάζονται κατά μέσο όρο τουλάχιστον 12.000 επιπλέον αίθουσες διδασκαλίας και 20.000 επιπλέον εκπαιδευτικοί ετησίως.

Οι πρόσφυγες συχνά ζουν σε περιοχές όπου οι κυβερνήσεις ήδη αγωνίζονται να εκπαιδεύσουν τα δικά τους παιδιά. Οι εν λόγω κυβερνήσεις καλούνται, επιπλέον, να βρουν θέσεις σε σχολεία, καταρτισμένους εκπαιδευτικούς και εκπαιδευτικό υλικό για δεκάδες ή ακόμη και εκατοντάδες χιλιάδες νεοαφιχθέντων προσφύγων, οι οποίοι συχνά δεν μιλούν τη γλώσσα διδασκαλίας και έχουν ήδη χάσει τρία με τέσσερα χρόνια σχολικής εκπαίδευσης.

Περισσότερο από το 50% των προσφύγων παιδιών κι εφήβων χωρίς πρόσβαση στην εκπαίδευση παγκοσμίως βρίσκονται σε μόλις επτά χώρες: το Τσαντ, τη Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό, την Αιθιοπία, την Κένυα, το Λίβανο, το Πακιστάν και την Τουρκία.

Η έκθεση καταδεικνύει επίσης, πώς η σύγκρουση στη Συρία ενδεχομένως ν’ ανατρέψει θετικές τάσεις της εκπαίδευσης. Ενώ το 2009, το 94 % των παιδιών από τη Συρία είχαν πρόσβαση σε πρωτοβάθμια και κατώτερη δευτεροβάθμια εκπαίδευση, μέχρι τον Ιούνιο του 2016 μόνο το 60% των παιδιών πήγαιναν σχολείο στη Συρία – 2,1 εκατομμύρια παιδιά και έφηβοι παρέμειναν χωρίς πρόσβαση στην εκπαίδευση. Στις γειτονικές χώρες, πάνω από 4,8 εκατομμύρια Σύροι πρόσφυγες έχουν καταγραφεί στην Ύπατη Αρμοστεία, μεταξύ των οποίων περίπου το 35% είναι σχολικής ηλικίας. Στην Τουρκία, μόνο το 39% των παιδιών προσφύγων κι εφήβων σχολικής ηλικίας είχαν πρόσβαση σε πρωτοβάθμια και δευτεροβάθμια εκπαίδευση, το 40% στο Λίβανο και 70% στην Ιορδανία. Αυτό σημαίνει ότι σχεδόν 900.000 Σύρων παιδιών προσφύγων κι εφήβων σχολικής ηλικίας δεν πηγαίνουν σχολείο.

Τον Φεβρουάριο στο Λονδίνο κατά τη διάρκεια του Συνεδρίου για στήριξη της Συρίας και της Περιοχής, οι χρηματοδότες δεσμεύτηκαν να καλύψουν τις εκπαιδευτικές ανάγκες 1,7 εκατομμυρίων Σύρων παιδιών προσφύγων καθώς και γηγενών παιδιών των χωρών υποδοχής που έχουν επηρεαστεί από την Συριακή προσφυγική κρίση, στο Λίβανο, την Ιορδανία, την Αίγυπτο, το Ιράκ και την Τουρκία, καθώς και 2,1 εκατομμύρια παιδιά στο εσωτερικό της Συρίας.

Με την έναρξη της νέας σχολικής χρονιάς, τον Σεπτέμβριο, το έργο των κυβερνήσεων υποδοχής είναι εντυπωσιακό, με την Ιορδανία και το Λίβανο να ενισχύουν το σύστημα διπλής βάρδιας στα σχολεία, το 90% των παιδιών προσφύγων από τη Συρία έχουν εγγραφεί στα σχολεία στην Αίγυπτο και την Τουρκία να εντείνει τις προσπάθειες για την ενθάρρυνση εγγραφής. Ωστόσο, η χρηματοδότηση δεν έχει ακόμη καταβληθεί πλήρως, απειλώντας να υπονομεύσει μέρος της προόδου που έχει επιτευχθεί μέχρι τώρα.

 «Η πρόοδος που παρατηρείται στην Αίγυπτο, την Ιορδανία, το Λίβανο και την Τουρκία σηματοδοτεί την ευκαιρία ν’ ανατρέψει τις εκπαιδευτικές προοπτικές των προσφύγων, αλλά μόνο αν η διεθνής κοινότητα επενδύσει», δήλωσε ο Grandi. «Η Ισλαμική Δημοκρατία του Ιράν και το Τσαντ αποτελούν θετικά παραδείγματα κυβερνήσεων που εφαρμόζουν πολιτικές για την ενεργό ενθάρρυνση της εγγραφής παιδιών προσφύγων στα τοπικά σχολεία» πρόσθεσε.

Η έκθεση εξετάζει επίσης μερικές από τις πιο παρατεταμένες προσφυγικές καταστάσεις που δεν βρίσκονται στο επίκεντρο της προσοχής. Για παράδειγμα, γίνεται αναφορά στην ιστορία ενός νεαρού κοριτσιού από το Νότιο Σουδάν, την Esther, στον προσφυγικό καταυλισμό Kakuma στο βόρειο τμήμα της Κένυας, η οποία μετά από πολλά χρόνια χωρίς εκπαίδευση κατάφερε να συμπληρώσει και το τελευταίο έτος της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης. Μόνο 3% των παιδιών που διαμένουν στον καταυλισμό Kakuma είναι εγγεγραμμένοι σε σχολεία δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, και λιγότερο από 1% στην τριτοβάθμια εκπαίδευση.

Η έκθεση καλεί επίσης τις κυβερνήσεις να δώσουν προτεραιότητα στην αποτελεσματική ένταξη των παιδιών προσφύγων στα εθνικά συστήματα εκπαίδευσης. Στο Τσαντ, μια πρόσφατη μετάβαση όλων των σχολείων στο δημόσιο εθνικό σύστημα έχει ωφελέσει τόσο τα παιδιά πρόσφυγες όσο και παιδιά της κοινωνίας υποδοχής. Ωστόσο, όπως σημειώνεται, η έλλειψη χρηματοδότησης οδηγεί σε υπερπλήρεις αίθουσες διδασκαλίας.

Λαμβάνοντας υπόψη το γεγονός ότι ο χρόνος εκτοπισμού ενός πρόσφυγα ανέρχεται σήμερα στα 20 χρόνια κατά μέσο όρο, η έκθεση καλεί τους χρηματοδότες να περάσουν από ένα σύστημα έκτακτης ανάγκης σε ένα πολυετές και προγραμματισμένο σύστημα χρηματοδότησης το οποίο θα επιτρέπει βιώσιμο και ποιοτικό προγραμματισμό, καθώς κι εποπτεία της εκπαίδευσης των προσφύγων και γηγενών παιδιών κι εφήβων.

Η έκθεση καταλήγει με την εμπνευσμένη ιστορία της Nawa, Σομαλής προσφυγοπούλας, η οποία  ξεκίνησε την εκπαίδευσή της σε ηλικία 16 ετών σ’ ένα κοινοτικό εκπαιδευτικό κέντρο στην Μαλαισία. Λιγότερο από τέσσερα χρόνια μετά, παρακολουθεί ένα πρόγραμμα προετοιμασίας (foundation course) για να γίνει δεκτή στο πανεπιστήμιο και παράλληλα προσφέρει πίσω στο σχολείο της ως εθελόντρια δασκάλα.

«Η ιστορία της Nawa αποδεικνύει ότι ποτέ δεν είναι αργά για να επενδύσουμε στην εκπαίδευση και η επένδυση στην εκπαίδευση ενός πρόσφυγα ωφελεί το σύνολο της κοινότητας,» ανέφερε ο Grandi.

(ΚΥΠΕ/ΗΜΑ/ΓΧΡ)